Άωρα και παράωρα , Κική Δημουλά
Ανάμεσα νύχτας κι αυγής
σφηνωμένη βρήκα την άωρη ώρα.
Ασεβής ευθυμία πουλιών με ξύπνησε τόσο νωρίς
και βγήκα στων σκοταδιών την άμπωτη.
Το μπαλκόνι μου ήσυχα λάμνει
στ΄αβαθή χρώματα.
Ονειρεύονται ακόμα οι κήποι
ερχομό αγνώστων ανθέων.
Αργά ξεδιπλώνεται ο περιβόητος ορίζοντας
σαν φθηνή κορδέλα του μέτρου.
Με λήθη μοιάζει η θάλασσα : μας ξέχασαν.
Με λήθη μοιάζει το άπειρο : Άπειρος λήθη.
Ένα καϊκι ξεκουρδίζεται στο βάθος,
το παίρν΄ η απόσταση και παίζει.
Μουρμουριστά των χρωμάτων η στάθμη ανεβαίνει.
Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.
Ξυπνάει ένα λευκό κουπί,
φτεροκοπάει μια στέγη,
ένα παραθυρόφυλλο σπαρτάρησε.
Έντρομο αφυπνίζεται κάποιο καμπαναριό,
ένοχο : η πίστη πρέπει να ξυπνάει πρώτη.
Πρώτη απ όλα.
Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.
Διαγράφονται κλειστές οι πόρτες
και τα όρια πεισμώνουν.
Σ΄ενάργεια βγήκαν τα βουνα
και σε γυρίζουν πίσω.
Κι εσύ προσδοκία, πού πας;
Έχουν ξυπνήσει απ΄ ώρα οι αρνήσεις.
Κι εγώ που είμαι και ονομάζομαι
προχωρημένη ώρα,
τί γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις ;



