
Από το βιβλίο “Cuentos para pensar ” του Jorge Bukay . ( μετάφραση και προσαρμογή της αφεντιάς μου )
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια λιμνούλα με νερά πεντακάθαρα και κρυστάλλινα, όπου κολυμπούσαν ψάρια με όλα τα χρώματα του κόσμου και όπου όλοι οι τόνοι του πράσινου αντανακλούσαν μόνιμα το φως.
Σ’ αυτή τη μαγική και διάφανη λιμνούλα πλησίασαν η Λύπη και η Οργή, για να κάνουν μπάνιο παρέα. Έβγαλαν τα ρούχα τους και γυμνές έπεσαν στο νερό. Η Οργή που βιαζόταν ( όπως πάντα συμβαίνει με την Οργή ) – χωρίς να ξέρει γιατί – κολύμπησε γρήγορα κι ακόμη πιο γρήγορα βγήκε από το νερό.
Αλλά η Οργή είναι τυφλή ή τουλάχιστον δε διακρίνει καθαρά την πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν βγαίνοντας έβαλε το πρώτο ρούχο που βρήκε μπροστά της. Κι έτυχε εκείνο το ρούχο να μην είναι δικό της αλλά της Λύπης. Έτσι , ντυμένη ως Λύπη , η Οργή έφυγε.
Η Λύπη πάλι , πολύ ήρεμη και διατεθειμένη όπως πάντα να μείνει σ’ έναν τόπο για πάντα, τελείωσε το μπάνιο της και χωρίς βιασύνη – ή καλύτερα χωρίς να συνειδητοποιεί το χρόνο που περνάει – αργά και βαριεστημένα βγήκε από τη λιμνούλα. Στην όχθη λοιπόν κατάλαβε ότι τα ρούχα της έλειπαν.
Όπως όλοι ξέρουμε αν κάτι δεν αρέσει στη Λύπη είναι να μένει γυμνή. Έτσι έβαλε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε : το ρούχο της Οργής.
Λένε πως από τότε πολλές φορές συναντάμε την Οργή , τυφλή , σκληρή , τρομερή και θυμωμένη. Αλλά, αν αφιερώσουμε λίγο χρόνο , για να κοιτάξουμε καλύτερα, θα καταλάβουμε ότι αυτή η Οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση και κάτω από το ρούχο της είναι στην πραγματικότητα η Λύπη. Κρυμένη.
Στη θέση της Οργής θα μπορούσαμε ας πούμε να βάλουμε τον Εγωισμό… Ο τίτλος συνυποδηλωτικός : μαζί – και οι δύο – εσύ.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια λιμνούλα με νερά πεντακάθαρα και κρυστάλλινα, όπου κολυμπούσαν ψάρια με όλα τα χρώματα του κόσμου και όπου όλοι οι τόνοι του πράσινου αντανακλούσαν μόνιμα το φως.
Σ’ αυτή τη μαγική και διάφανη λιμνούλα πλησίασαν η Λύπη και η Οργή, για να κάνουν μπάνιο παρέα. Έβγαλαν τα ρούχα τους και γυμνές έπεσαν στο νερό. Η Οργή που βιαζόταν ( όπως πάντα συμβαίνει με την Οργή ) – χωρίς να ξέρει γιατί – κολύμπησε γρήγορα κι ακόμη πιο γρήγορα βγήκε από το νερό.
Αλλά η Οργή είναι τυφλή ή τουλάχιστον δε διακρίνει καθαρά την πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν βγαίνοντας έβαλε το πρώτο ρούχο που βρήκε μπροστά της. Κι έτυχε εκείνο το ρούχο να μην είναι δικό της αλλά της Λύπης. Έτσι , ντυμένη ως Λύπη , η Οργή έφυγε.
Η Λύπη πάλι , πολύ ήρεμη και διατεθειμένη όπως πάντα να μείνει σ’ έναν τόπο για πάντα, τελείωσε το μπάνιο της και χωρίς βιασύνη – ή καλύτερα χωρίς να συνειδητοποιεί το χρόνο που περνάει – αργά και βαριεστημένα βγήκε από τη λιμνούλα. Στην όχθη λοιπόν κατάλαβε ότι τα ρούχα της έλειπαν.
Όπως όλοι ξέρουμε αν κάτι δεν αρέσει στη Λύπη είναι να μένει γυμνή. Έτσι έβαλε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε : το ρούχο της Οργής.
Λένε πως από τότε πολλές φορές συναντάμε την Οργή , τυφλή , σκληρή , τρομερή και θυμωμένη. Αλλά, αν αφιερώσουμε λίγο χρόνο , για να κοιτάξουμε καλύτερα, θα καταλάβουμε ότι αυτή η Οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση και κάτω από το ρούχο της είναι στην πραγματικότητα η Λύπη. Κρυμένη.
Στη θέση της Οργής θα μπορούσαμε ας πούμε να βάλουμε τον Εγωισμό… Ο τίτλος συνυποδηλωτικός : μαζί – και οι δύο – εσύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου