Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

Βαρκούλες αρμενίζουν



Καμιά φορά τo να προσπαθείς να γράψεις για τη θάλασσα μέσα σου είναι σα να τραβάς κουπί… Κι άμα έχει και μποφώρια, δύσκολα φτάνεις σε απάνεμα λιμάνια.
Αν βέβαια είναι αυτό το ζητούμενο….

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Vacuum horroris


H βία πάντα ήταν για μένα ένα από τα πιο ακατανόητα πράγματα στον κόσμο. Μια απίστευτη αίσθηση κενού αφήνει. Την μεταλλική γεύση του αίματος στο στόμα. Το φιλί του θανάτου που γεύτηκε ένας δεκαπεντάχρονος. Που θα έπρεπε να τον απασχολούν μόνο τα φιλιά . Της ζωής .
Κενό.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

hombreλόγια



Φυσούσε πολύ προχθές. Κι έβρεχε . Πολύ. Οι ψιχάλες, ριπές σχεδόν παράλληλες. Σχεδόν να μην βρίσκουν το γήινο στόχο.

Στον ουρανό ομπρέλες - λόγια. Ξεφύγαν απ’ τα χέρια. Σαν τις πίσω σελίδες ενός ημερολογίου, που (δε) θέλεις να διαβάσει κανείς, που θα ήθελες να μην είχες γράψει. Λόγια λοιπόν. Πάντα λόγια . Μεταμφιεσμένα σε ομπρέλες. Ομπρέλες που μοιάζουν ανοιχτές. Μοιάζουν. Τίποτα πιο ερμητικά κλειστό από μια μαύρη ανοιχτή ομπρέλα που κλυδωνίζεται στον ουρανό. Να προστατέψει ; Να προστατευτεί ; Από τι ; Αγέρωχη, με τις ακίδες γύρω, , μην σπάσει. Μην την πλησιάσει κανείς . Να μην πλησιάσει κανένα. Και ενίοτε φονικό όργανο για κάτι σύννεφα περαστικά… Σ’ αυτά μιλάει ; Ποιος ξέρει ; Αλλόκοτες οι ομπρέλες και τα λόγια τους.

Αν επιστρέφαν ίσως ; Down to earth. Eκεί που πάντα οι πράξεις ήταν πιο σημαντικές από τα λόγια. Τα απτερόεντα.

Στη φωτό ένα – κατά σύμπτωση – μισό ουράνιο τόξο. Ιδωμένο από το μπαλκόνι μου. Μετά από κείνη τη βροχή. Και τον αέρα.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2008

Nα φωτίσω τις αιτίες....


που μ' αφήνουνε μισό

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Άγγελοι με δανεική κιθάρα


Mόλις μίλησα με τον Άγγελο. «Εγώ σου τα λεγα ρε άτομο. Εκεί κάτω είναι άγριοι. Άντε δεν πειράζει, σε λίγους μήνες πάλι δικιά μας θα ‘σαι. Μου έλειψαν τα αλλοπρόσαλλά σου!»

Αλλοπρόσαλλα… Όπως η διάθεση μου αυτόν τον καιρό ….

Οι βόλτες στη θάλασσα εξελίσσονται σε ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες. Και μόνο που το λέω μου φαίνεται περίεργο… Βόλτες στη θάλασσα. Πέντε λεπτά από το σπίτι μου. Να βλέπω κάθε μέρα το τοπίο, αστικό και φυσικό, ν’ αλλάζει.

Τα ταβερνάκια κλείσανε πια τα περισσότερα. Οι τουρίστες φύγαν. Έμειναν μόνο τα καφενεία και τα ταβερνάκια για τους ντόπιους. Ντόπιους ; Καλύτερα για τους κατοίκους… Εδώ οι περισσότεροι είναι αλλοδαποί, οικονομικοί μετανάστες. Γειτονιά εργατών με σκαμμένα και συχνά σκυθρωπά πρόσωπα. Παντού ακούς ρώσικα και αλβανικά. Η Σελίνου είναι το όριο. Κάπως σαν τη γωνία Αριστοτέλους και Εγνατίας στη Θεσσαλονίκη. Προσομοίωση.

Δίπλα στη θάλασσα ωστόσο, πάνω στο μώλο, μια ταβέρνα έχει βγάλει τραπεζάκια. Στην άκρη, σα να αναδύεται μέσα από τη θάλασσα , κάθεται μια παρέα ανδρών ακόμη με τα ρούχα της δουλειάς. Και τραγουδούν με μια κιθάρα. Τους καημούς της ; Τους καημούς τους ; Το ίδιο δεν είναι ;

«Αν είναι η μοίρα μου σακατεμένη» . Ο άνδρας που παίζει την κιθάρα χαμηλώνει το κεφάλι όταν τραγουδάει « ό,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει» Κι η φωνή του γίνεται βραχνή.
«και ξαναρχίζω απ’ την αρχή» σηκώνει τα μάτια προς τον έναστρο ουρανό και ανεβάζει την ένταση της φωνής. Θαρρείς , για να ακουστεί… Μήπως τα όμορφα τραγούδια δεν είναι προσευχές ; Και λυτρωμός ;

Ξεκίνησα τη βόλτα με σκυμμένο το κεφάλι. Και τώρα βλέπω κι εγώ τον έναστρο ουρανό. Κοινωνώ. Κοινωνία αγγέλων. Ψάλλουσι. Με δανεική κιθάρα , από μια παρέα στη θάλασσα. Τραγούδια – προσευχές.

Αλλοπρόσαλλα πράγματα….